Τα τελευταία χρόνια, στις ακαδημίες μπάσκετ βλέπουμε όλο και πιο συχνά γονείς να αλλάζουν ομάδα στα παιδιά τους με μεγάλη ευκολία. Κάποιες φορές, φυσικά, υπάρχει σοβαρός λόγος και μια αλλαγή μπορεί πράγματι να βοηθήσει ένα παιδί. Πολλές φορές όμως η απόφαση έρχεται βιαστικά, πάνω σε μια απογοήτευση, σε μια καινούργια γνωριμία, σε μια υπόσχεση ή απλώς στην εντύπωση ότι «κάπου αλλού θα είναι καλύτερα».
Ένα παιδί μπορεί να βρίσκεται έναν χρόνο ή πολλά χρόνια σε μια ακαδημία. Να έχει μεγαλώσει μέσα στο γήπεδο, να έχει περάσει εύκολες και δύσκολες στιγμές, να έχει βοηθηθεί από ανθρώπους που αφιέρωσαν χρόνο, υπομονή και ενέργεια για να το στηρίξουν. Να έχουν δημιουργηθεί σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ παιδιού, οικογένειας και προπονητών.
Κι όμως, μερικές φορές αρκεί μια νέα πρόταση, μια διαφορετική προσέγγιση από μια άλλη ακαδημία ή μερικές καλές κουβέντες για να αλλάξει ξαφνικά ολόκληρη η εικόνα.
Μέχρι χθες μια ακαδημία ήταν «το δεύτερο σπίτι του παιδιού», ο προπονητής «ο άνθρωπος που το βοήθησε» και όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Ξαφνικά εμφανίζεται κάτι καινούργιο και όλα όσα χτίστηκαν μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιάζουν να χάνουν την αξία τους.
Κανείς δεν λέει ότι δεν πρέπει να αλλάζουμε άποψη. Ούτε ότι μια νέα ακαδημία δεν μπορεί να προσφέρει κάτι διαφορετικό ή ακόμη και κάτι περισσότερο. Όμως η αξία μιας σχέσης και μιας προσπάθειας δεν γίνεται να διαγράφεται μέσα σε λίγες ημέρες.
Η εξέλιξη ενός παιδιού δεν είναι φωτογραφία. Είναι διαδρομή.
Δυστυχώς, πολλοί γονείς αρχίζουν κάποια στιγμή να αντιμετωπίζουν αυτή τη διαδρομή σαν αγώνα δρόμου προς την «επιτυχία». Αν το παιδί δείξει λίγο περισσότερο ταλέντο από τους συνομηλίκους του, αν βάλει αρκετούς πόντους ή αν ξεχωρίσει σε κάποιους αγώνες, γρήγορα αρχίζουν οι μεγαλύτερες προσδοκίες.
Μεγαλύτερες ομάδες. Καλύτερα πρωταθλήματα. Επαγγελματικό μπάσκετ. Καριέρα. Χρήματα. Τηλεόραση.
Και τότε εμφανίζονται και οι υποσχέσεις.
«Το παιδί είναι για πιο ψηλά».
«Εδώ θα παίζει περισσότερο».
«Εμείς θα το αναδείξουμε».
«Έχει φοβερή προοπτική».
Και ο γονιός, επειδή είναι απολύτως φυσιολογικό να πιστεύει στο παιδί του και να θέλει το καλύτερο γι' αυτό, είναι εύκολο να παρασυρθεί.
Το δύσκολο είναι ότι πολλές φορές παρασύρει μαζί του και το ίδιο το παιδί.
Το μπάσκετ τότε παύει σιγά σιγά να είναι χαρά. Γίνεται διαρκής αξιολόγηση. Πόσα λεπτά έπαιξε; Πόσους πόντους έβαλε; Γιατί δεν ξεκίνησε βασικός; Γιατί ο συμπαίκτης του έπαιξε περισσότερο; Γιατί ο προπονητής το έβγαλε; Μήπως το αδικούν; Μήπως πρέπει να φύγουμε;
Κάθε προπόνηση και κάθε αγώνας αποκτούν μεγαλύτερη σημασία απ' όση θα έπρεπε να έχουν για ένα παιδί.
Και το άγχος του γονιού περνά, σχεδόν αναπόφευκτα, και στο παιδί.
Εκείνο αρχίζει να αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει κάτι. Να δικαιώσει τις προσδοκίες των γονιών του, να είναι καλύτερο από τον συμπαίκτη του, να σκοράρει, να ξεχωρίζει, να μη μένει ποτέ στον πάγκο.
Όμως ο πραγματικός αθλητισμός διδάσκει ακριβώς το αντίθετο.
Να περιμένεις. Να δουλεύεις. Να ακούς. Να δέχεσαι την κριτική. Να καταλαβαίνεις ότι κάποιες φορές κάποιος άλλος είναι πιο έτοιμος από εσένα. Να χάνεις και να επιστρέφεις την επόμενη ημέρα στην προπόνηση. Να μη φεύγεις κάθε φορά που κάτι δεν γίνεται όπως θα ήθελες.
Αυτά είναι μαθήματα που ένα παιδί θα χρειαστεί πολύ περισσότερο στη ζωή του από ένα καλό στατιστικό σε έναν αγώνα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που πολλές φορές ξεχνάμε μέσα στη βιασύνη μας να προχωρήσουμε στο «επόμενο».
Η ευγνωμοσύνη.
Κανένα παιδί δεν ανήκει σε μια ομάδα και καμία οικογένεια δεν είναι υποχρεωμένη να παραμείνει κάπου για πάντα. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι ανάγκες αλλάζουν, οι δρόμοι κάποτε χωρίζουν. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Υπάρχει όμως ένας τρόπος να φεύγεις.
Μπορείς να επιλέξεις έναν διαφορετικό δρόμο χωρίς να μηδενίζεις εκείνον που περπάτησες μέχρι χθες.
Μπορείς να επιλέξεις μια νέα ακαδημία χωρίς να μηδενίζεις εκείνη που βοήθησε το παιδί σου μέχρι χθες.
Μπορείς να πιστεύεις ότι μια αλλαγή θα κάνει καλό στο παιδί σου και ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις όσα του πρόσφεραν οι άνθρωποι που ήταν δίπλα του μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Ένα τηλέφωνο. Μια κουβέντα. Ένα απλό:
«Ευχαριστώ για όσα κάνατε για το παιδί μου».
Δεν είναι θέμα υποχρέωσης.
Είναι θέμα παιδείας.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που οφείλουμε εμείς οι ενήλικες να διδάξουμε στα παιδιά: να θυμούνται τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα τους, ακόμη κι όταν η ζωή τούς οδηγεί σε άλλο δρόμο.
Γιατί, τελικά, πόσα από τα παιδιά που σήμερα βρίσκονται στις ακαδημίες θα γίνουν επαγγελματίες μπασκετμπολίστες;
Πολύ λίγα.
Και αυτό δεν είναι αποτυχία.
Το μπάσκετ δεν χρειάζεται να οδηγήσει ένα παιδί σε επαγγελματικό συμβόλαιο για να έχει αξία. Αν του δώσει φίλους, αναμνήσεις, πειθαρχία, σεβασμό, υπομονή, αυτογνωσία και την ικανότητα να σηκώνεται όταν πέφτει, τότε του έχει ήδη προσφέρει κάτι πολύ σημαντικό.
Ίσως λοιπόν χρειάζεται κι εμείς, οι γονείς και οι άνθρωποι των ακαδημιών, να κάνουμε λίγο πίσω και να κοιτάξουμε ολόκληρη την εικόνα.
Να αφήσουμε τα παιδιά να χαρούν περισσότερο το παιχνίδι.
Να μην κάνουμε κάθε αγώνα τελικό καριέρας.
Να μην τους δημιουργούμε την αίσθηση ότι η αξία τους εξαρτάται από το αν θα γίνουν επαγγελματίες.
Να μην πιστεύουμε κάθε υπόσχεση που ακούγεται ωραία στα αυτιά μας.
Και κυρίως, να μην τους στερήσουμε το ταξίδι επειδή εμείς βιαζόμαστε να φτάσουμε στον προορισμό.
Γιατί σε μερικά χρόνια κανείς δεν θα θυμάται αν ένα παιδί έπαιξε 15 ή 25 λεπτά σε έναν αγώνα στα 13 του.
Θα έχει όμως σημασία αν έμαθε να σέβεται.
Αν έμαθε να προσπαθεί.
Αν έμαθε να μην τα παρατά όταν κάτι δυσκολεύει.
Αν έμαθε να εκτιμά.
Και αν, φεύγοντας από μια ομάδα ή από ανθρώπους που του πρόσφεραν κάτι, έμαθε να γυρίζει και να λέει δύο πολύ απλές λέξεις:
«Σας ευχαριστώ».
Γιατί ο πραγματικός στόχος μιας ακαδημίας δεν μπορεί να είναι μόνο να δημιουργεί καλύτερους παίκτες.
Πρέπει πάνω απ’ όλα να βοηθά να μεγαλώνουν καλύτεροι άνθρωποι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου