Του Κώστα Τσάδαρη
Youth Basketball Development Coach
Είναι ίσως η πιο συνηθισμένη ερώτηση που ακούει ένας προπονητής στις ακαδημίες…
«Κόουτς, γιατί δεν παίζει το παιδί μου;»
Μια ερώτηση που τις περισσότερες φορές δεν γίνεται από κακή πρόθεση. Ο κάθε γονιός έρχεται στο γήπεδο για να δει το παιδί του. Θέλει να το καμαρώσει, να το δει να αγωνίζεται, να χαμογελά και να αισθάνεται μέλος της ομάδας. Όταν, λοιπόν, περνάει το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα στον πάγκο, είναι λογικό να στενοχωριέται και να αναρωτιέται τι συμβαίνει.Όλα αυτά τα χρόνια στα γήπεδα έχω ακούσει πολλές φορές αυτή την ερώτηση. Άλλοτε ήρεμα, άλλοτε με παράπονο και κάποιες φορές με αρκετή ένταση αμέσως μετά το τέλος ενός αγώνα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μία απάντηση που να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις.
Κάποιες φορές ο γονιός έχει δίκιο να προβληματίζεται. Κάποιες άλλες, όμως, βλέπει μόνο το δικό του παιδί και όχι τη συνολική εικόνα της ομάδας. Είναι ανθρώπινο. Το ίδιο ανθρώπινο είναι και ένας προπονητής να κάνει λάθος, να αδικήσει ένα παιδί ή να μην του εξηγήσει σωστά τι περιμένει από αυτό.
Το ζήτημα είναι πώς το αντιμετωπίζουμε.
Στις μικρές ηλικίες το μπάσκετ πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι χαρά. Τα παιδιά έρχονται στο γήπεδο για να μάθουν, να κάνουν φίλους, να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να αγαπήσουν το άθλημα. Δεν είναι μικροί επαγγελματίες και ένας αγώνας Παμπαίδων ή Μίνι δεν είναι τελικός Ευρωλίγκας.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά θα παίζουν πάντα ακριβώς τον ίδιο χρόνο. Υπάρχουν απουσίες από τις προπονήσεις, διαφορετικό επίπεδο ετοιμότητας, θέματα συμπεριφοράς, μεγαλύτερη ή μικρότερη προσπάθεια. Υπάρχουν, επίσης, αγώνες και ηλικιακές κατηγορίες στις οποίες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη σημασία.
Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «δεν έπαιξε αρκετά σήμερα» και στο «δεν παίζει σχεδόν ποτέ».
Ένα παιδί που κάθε εβδομάδα πηγαίνει στον αγώνα, φορά τη φανέλα του, κάνει προθέρμανση και στο τέλος επιστρέφει στο σπίτι έχοντας παίξει δύο λεπτά ή καθόλου, κάποια στιγμή θα απογοητευτεί. Θα αρχίσει να πιστεύει ότι δεν είναι καλό, ότι περισσεύει ή ότι ο προπονητής δεν το υπολογίζει.
Και τότε μπορεί να χαθεί ένα παιδί από το μπάσκετ, όχι επειδή δεν είχε δυνατότητες, αλλά επειδή κανείς δεν του έδωσε τον χρόνο και την ευκαιρία να τις αναπτύξει.
Ο πάγκος είναι μέρος του αθλητισμού. Μπορεί να διδάξει σε ένα παιδί υπομονή, επιμονή και μεγαλύτερη προσπάθεια. Δεν μπορεί, όμως, να γίνει η μόνιμη θέση του χωρίς καμία εξήγηση.
Από την άλλη πλευρά, ο γονιός δεν πρέπει να τρέχει στον προπονητή μετά από κάθε αγώνα. Ούτε να συζητά μπροστά στο παιδί για το πόσο άδικος ή ανίκανος είναι ο κόουτς. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθά το παιδί. Αντίθετα, του μαθαίνει ότι για κάθε δυσκολία ευθύνεται κάποιος άλλος.
Πριν γίνει οποιαδήποτε συζήτηση, καλό είναι να ακούσουμε πρώτα το ίδιο το παιδί.
Περνάει καλά στην προπόνηση; Αισθάνεται ότι ανήκει στην ομάδα; Του έχει εξηγήσει ο προπονητής τι χρειάζεται να βελτιώσει; Προσπαθεί πραγματικά; Είναι συνεπές ή απουσιάζει συχνά; Θέλει να συνεχίσει;
Άλλο είναι αυτό που αισθάνεται ο γονιός στην εξέδρα και άλλο αυτό που ζει καθημερινά το παιδί μέσα στην ομάδα.
Εάν, πάντως, το πρόβλημα συνεχίζεται, η συζήτηση με τον προπονητή πρέπει να γίνει. Όχι πάνω στην ένταση του αγώνα, ούτε μπροστά στους υπόλοιπους γονείς και στα παιδιά. Μια ήρεμη κουβέντα είναι πάντοτε πιο χρήσιμη.
Και ίσως η σωστή ερώτηση να μην είναι:
«Γιατί δεν βάζεις το παιδί μου;»
Αλλά:
«Πώς βλέπεις την εξέλιξή του και τι χρειάζεται να βελτιώσει για να κερδίσει περισσότερο χρόνο συμμετοχής;»
Ο σωστός προπονητής πρέπει να μπορεί να απαντήσει καθαρά. Να εξηγήσει τι βλέπει, τι περιμένει και με ποιον τρόπο σκοπεύει να βοηθήσει το παιδί. Δεν χρειάζεται να υποσχεθεί χρόνο συμμετοχής. Χρειάζεται, όμως, να δείξει ότι υπάρχει ενδιαφέρον και ένα πραγματικό πλάνο εξέλιξης.
Το «δεν κάνει» δεν είναι απάντηση προπονητή ακαδημιών.
Η δουλειά μας δεν είναι να ασχολούμαστε μόνο με τα παιδιά που είναι ήδη έτοιμα και ξεχωρίζουν. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν προπονητή είναι να βλέπει ένα παιδί που δυσκολευόταν, που φοβόταν ή που δεν πίστευε στον εαυτό του να προοδεύει και να κερδίζει τη θέση του μέσα στην ομάδα.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις στις οποίες ένα παιδί επιστρέφει συνεχώς στενοχωρημένο, δεν θέλει πλέον να πάει στην προπόνηση, αισθάνεται ότι το υποτιμούν και δεν παίρνει ποτέ μια ξεκάθαρη εξήγηση. Εκεί ο γονιός πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά.
Αν μετά τη συζήτηση δεν αλλάξει τίποτα και δεν υπάρχει κανένα πλάνο, ίσως το συγκεκριμένο περιβάλλον να μην είναι κατάλληλο για το παιδί. Η αλλαγή ομάδας δεν είναι πάντα ήττα. Μερικές φορές είναι η ευκαιρία να ξαναβρεί το παιδί τη χαρά του.
Οι γονείς πρέπει να εμπιστεύονται τον προπονητή, αλλά και ο προπονητής πρέπει καθημερινά να κερδίζει αυτή την εμπιστοσύνη. Η σχέση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ειλικρίνεια και επικοινωνία.
Στο τέλος, όμως, όλοι πρέπει να θυμόμαστε κάτι απλό:
Το παιδί δεν είναι τα λεπτά που έπαιξε, οι πόντοι π
ου πέτυχε ή τα λάθη που έκανε. Είναι μια προσωπικότητα που τώρα διαμορφώνεται.
Και η πραγματική επιτυχία μιας ακαδημίας δεν φαίνεται μόνο από τα κύπελλα και τα αποτελέσματα. Φαίνεται από το πόσα παιδιά παραμένουν στο γήπεδο, αγαπούν το παιχνίδι και περιμένουν με ανυπομονησία την επόμενη προπόνηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου